αἴγαγρος

αἴγαγρος
the wild goat
masc nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αίγαγρος — Βλ. λ. αγριοκάτσικο. * * * ο (Α αἴγαγρος) άγρια κατσίκα, αγριοκάτσικο, αγρινό, αγρίμι. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἴξ + ἀγρός. Η λ. ἀγρός χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, ως β συνθ. σε μια σειρά από σύνθετα, στα οποία σημαίνει «τον άγριο»: σύαγρος, «άγριος συς» …   Dictionary of Greek

  • αίγαγρος — ο το αγριοκάτσικο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αγριοκάτσικο ή αίγαγρος — Αρτιοδάκτυλο μηρυκαστικό που ζει στις ορεινές περιοχές της κεντρικής και νότιας Ευρώπης, της κεντρικής Ασίας και της Αφρικής. Σε ορισμένες περιοχές τείνει να εκλείψει εξαιτίας του κυνηγιού, γι’ αυτό προστατεύεται από αυστηρές διατάξεις. Με το… …   Dictionary of Greek

  • αἰγάγροις — αἴγαγρος the wild goat masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγάγρου — αἴγαγρος the wild goat masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγάγρους — αἴγαγρος the wild goat masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγάγρων — αἴγαγρος the wild goat masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγάγρῳ — αἴγαγρος the wild goat masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἴγαγροι — αἴγαγρος the wild goat masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἴγαγρον — αἴγαγρος the wild goat masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.